Σάμος

Σάμος
I
Αρχαίος επιγραμματοποιός (3ος αι. π.Χ.). Ηταν γιος του Χρυσόγονου, του συμβούλου του βασιλιά της Μακεδονίας Φίλιππου E’. Επειδή απόφευγε να κολακεύει το βασιλιά Φίλιππο, ο τελευταίος διέταξε να τον θανατώσουν (204 π.Χ.). Σύμφωνα με μαρτυρίες του Πολύβιου ο μακεδόνας βασιλιάς υπόβαλε σε διώξεις και ταλαιπωρίες και την οικογένεια του Σ. Στην Ελληνική Ανθολογία αναφέρονται δύο επιγράμματα του, το ένα από τα οποία είναι αναθηματικό.
II
Νησί του Αιγαίου, από τα ανατολικότερα της Ελλάδας, κοντά στη μικρασιατική χερσόνησο της Μυκάλης, από την οποία χωρίζεται με στενό 2 χλμ. περίπου, τον «επταστάδιο πορθμό» των αρχαίων (Στράβων). Έχει έκταση 476 τ. χλμ. και πληθυσμό 33 039 κατ. Πρωτεύουσα του νησιού και του νομού είναι η ομώνυμη πόλη (5824 κάτ.). Το όνομα του νησιού, που μεταγενέστερες παραδόσεις το αποδίδουν στο Σάμο, γιο του μυθικού οικιστή Αγκαίου που είχε έρθει από την Κεφαλονιά, προέρχεται από τη σημιτική ρίζα σαμα- που σημαίνει ψηλός και συναντιέται και σε άλλα μέρη της Ελλάδας (Σαμοθράκη, Σάμη στην Κεφαλονιά). Εδώ άλλωστε το όνομα δικαιώνεται από τις ψηλές σχετικά κορυφές των βουνών της. Στην αρχαιότητα αναφέρονται και άλλα ονόματα του νησιού, τα περισσότερα σχετικά με την πλούσια βλάστηση και τα νερά του. Μικρές εύφορες πεδιάδες (της Χώρας και του Μισόκαμπου στα ΝΑ, των Καρλοβασίων στα Β) και κοιλάδες (της Βλαμαρής, κοντά στο Βαθύ) με γόνιμο έδαφος και το γλυκό κλίμα ευνοούν τη γεωργία και δικαιώνουν το χαρακτηρισμό «μακάρων νήσος» του Διόδωρου του Σικελιώτη.
Η Σ. μαζί με την Ικαρία και τη συστάδα των Φούρνων αποτελεί το νομό Σ (41 965 κάτ.) της περιφέρειας Βορείου Αιγαίου, που είναι ο μικρότερος σε έκταση και πληθυσμό από τους πέντε νομούς των νησιών του Αιγαίου (Δωδεκανήσου, Κυκλάδων, Λέσβου, Χίου) καν παρουσίασε τη μεγαλύτερη μείωση πληθυσμού (19,8%) μεταξύ 1961-1971. Η οικονομία του νομού βασίζεται στη γεωργία και κυρίως στην παραγωγή κρασιών, που είναι τα από παράδοση εξαγώγιμα ελληνικά κρασιά, πολύ γνωστά στις ξένες αγορές (ειδική μνεία γίνεται γι’ αυτά στο πρωτόκολλο 14 της συμφωνίας σύνδεσης Ελλάδας - Ε.Ο.Κ.). Άλλα σημαντικά προϊόντα είναι το λάδι, τα καπνά, της ίδιας ποικιλίας με τα τουρκικά «Σμύρνης», προϊόντα ζωοκομίας και ξυλεία. Η βιομηχανία του νομού δεν είναι αναπτυγμένη. Κύριοι κλάδοι της είναι τα ποτά και τα τρόφιμα. Δεν είναι επίσης αναπτυγμένος ο τουρισμός, παρά τις φυσικές ομορφιές και το μεγάλο αρχαιολογικό ενδιαφέρον του νησιού.
Ο πληθυσμός του νομού παρουσιάζει συνεχή μείωση: 1940 69138 κάτ., 1951 59709, 1961 52022, 1971 41709 και σήμερα έχει 40 495. Το 1971 η πυκνότητα του νομού ήταν 53,6 ανά τ. χλμ., ενώ το 1940, με 88,9 ανά τ. χλμ. ήταν από τους πιο πυκνοκατοικημένους της Ελλάδας. Διοικητικά ο νομός χωρίζεται σε 8 δήμους: Αγίου Κηρύκου (3093 κάτ.), Βαθέος (11 997 κάτ.), Ευδήλου (2398 κάτ.), Καρλοβασίων (8728 κάτ.), Μαραθόκαμπου (2859 κάτ.), Πυθαγορείου (9455 κάτ.), Ραχών (2055 κάτ.) και Φούρνων Κορσέων (1380 κάτ.).
Στη Σ. είναι συγκεντρωμένα (1991) περισσότερα από τα τρία τέταρτα του συνολικού πληθυσμού του νομού (41 965 κάτ.) με πυκνότητα 81 κάτ., ανά τ. χλμ. Πρωτεύουσα είναι η Σάμος (5824 κάτ., ο δήμος το 1991 έναντι 5613 το 1981). Άλλοι σημαντικοί Δήμοι είναι το Καρλόβασι (5357 κάτ., 4401 το 1981), το Πυθαγόρειο (1579 κάτ.) και οι κοινότητες Βαθύ (2440 κάτ., 2491 το 1981), ΜυτΛηνιοί, Μαραθόκαμπος κ.ά. Στη Σ. είναι συγκεντρωμένα τα εννέα δέκατα περίπου της βιομηχανίας του νομού και το σημαντικότερο τμήμα της γεωργικής παραγωγής.
Ιστορία. Σύμφωνα με την παράδοση, πρώτοι κάτοικοι της Σ., όπως και των άλλων νησιών, ήταν Κάρες και Λέλεγες. Ως οικιστής του νησιού αναφέρεται ο Αγκαίος από την Κεφαλονιά, που είχε λάβει μέρος και στην αργοναυτική εκστρατεία. Αργότερα έρχονται οι Ίωνες, ενώ Επιδαύριοι, που θα έρθουν με τον Προκλή, θα φέρουν μαζί τους τη λατρεία της Ήρας. Του Προκλή απόγονοι φαίνεται πως βασίλεψαν στη Σ. στα πρώιμα αυτά χρόνια, αλλά τίποτε περισσότερο δεν είναι γνωστό.
Η ανάπτυξη του νησιού, οφειλόμενη στην εξαιρετικά ευνοϊκή για το εμπόριο και τη ναυτιλία θέση του, αρχίζει πριν από το τέλος του 7ου αι. π.Χ. και οι κάτοικοι του γίνονται γνωστοί ως επιδέξιοι ναυτικοί και τολμηροί θαλασσοπόροι: ταξιδεύουν στο Γιβραλτάρ, στην Κυρηναϊκή, στην Αίγυπτο, στην Ισπανία, στα Δαρδανέλια και ιδρύουν αποικίες στην Αμοργό, στην Κιλικία και στη Θράκη. Στην εποχή του Πολυκράτη (538-522 π.Χ.), η Σ. γίνεται για ένα διάστημα θαλασσοκράτειρα και «πολίων πασέων πρώτη ελληνίδων καιβαρβάρων» (Ηρόδοτος). Φημισμένοι ποιητές και γλύπτες, ο Ίβυκος, ο Ανακρέων, ο Θεόδωρος, εργάζονται τότε εκεί και τότε χτίζονται τα τείχη της πόλης, η μεγάλη προκυμαία στο λιμάνι, το υδραγωγείο του Ευπαλίνου και ο μεγάλος ναός της Ήρας. Στη σκυθική εκστρατεία του ακολουθούν αναγκαστικά το Δαρείο και μετά την αποτυχία της συμμετέχουν στην αποτυχημένη προσπάθεια των ιωνικών πόλεων να αποτινάξουν τον περσικό ζυγό. Στην πρώτη περσική εκστρατεία εναντίον της Ελλάδας ακολουθούν τον περσικό στόλο και στη δεύτερη δίνουν πληρώματα στο περσικό ναυτικό. Όταν όμως, μετά την περσική ήττα στη Σαλαμίνα, φτάνει στη Σ. ο ελληνικός στόλος, οι Σάμιοι διώχνουν τον τύραννο Θεομήστορα που είχε εγκαταστήσει ο Ξέρξης και συμμετέχουν ενεργά, μαζί με τους άλλους Ίωνες, στη ναυμαχία της Μυκάλης (479 π.Χ.). Αυτή την εποχή η Σ. βρίσκεται σε μεγάλη ακμή (Υπολογίζεται πως ο πληθυσμός της γύρω στο 440 π.Χ. έφτανε τις 60 000). Από το 477 ως το 439 π.Χ. είναι μέλος της αθηναϊκής συμμαχίας, χωρίς υποχρέωση να πληρώνει φόρο, αφού είναι ισόνομη. Η μεγάλη της δύναμη όμως φαίνεται επικίνδυνη στους Αθηναίους. Η ευκαιρία να την εκμηδενίσουν θα τους δοθεί με την παρέμβαση τους υπέρ της Πριήνης και της Μιλήτου στη διαμάχη που είχαν οι δύο πόλεις με τη Σ. Αθηναϊκές δυνάμεις υπό τον Περικλή θα πολιορκήσουν σε λίγο την πόλη, θα την υποδουλώσουν ύστερα από πολιορκία εννέα μηνών και θα επιβάλουν σκληρούς όρους στη Σ.: να παραδώσει το στόλο, να κατεδαφίσει τα τείχη, να πληρώσει μεγάλη πολεμική αποζημίωση και να δώσει όμηρους. Την εξουσία αναλαμβάνουν τώρα οι φιλικοί προς τους Αθηναίους δημοκρατικοί. Μετά τον Πελοποννησιακό πόλεμο ο Σπαρτιάτης ναύαρχος Λύσανδρος εγκατασταίνει πάλι το αριστοκρατικό πολίτευμα. Στον 4o αι. η Σ. είναι το μήλο της έριδας για τις δυο μεγάλες δυνάμεις του ελληνικού κόσμου, ώσπου το 365 π.Χ. την κατακτά ο Αθηναίος στρατηγός Τιμόθεος. Πολλοί κάτοικοι εξορίζονται τώρα και σκορπίζονται στις μικρασιατικές πόλεις, όπου θα παραμείνουν επί 43 χρόνια (365-322 π.Χ.) και θα επιστρέψουν με το διάταγμα του Μεγάλου Αλέξανδρου για την επιστροφή όλων των πολιτικών εξόριστων στις πατρίδες τους (322 π.Χ.). Τότε θα φύγουν από το νησί και οι Αθηναίοι κληρούχοι, που είχαν εγκατασταθεί στο μεταξύ.
Στα χρόνια που ακολουθούν η Σ. βρίσκεται διαδοχικά στη σφαίρα επιρροής των Πτολεμαίων της Αιγύπτου, του Αντίοχου B’, του Πτολεμαίου Γ’, του Φίλιππου E’ της Μακεδονίας και του Αντίοχου Γ’, μένει για λίγο ανεξάρτητη μετά την ήττα του Αντίοχου Γ’ από τους Περγαμηνούς και το 129 π.Χ. συμπεριλαμβάνεται στη ρωμαϊκή επαρχία της Ασίας. Η συμμαχία της με το Μιθριδάτη στους αγώνες του εναντίον των Ρωμαίων, που της στοίχισε την καταστροφή της από τον Πομπήιο, η λεηλασία του Ηραίου και οι διαρπαγές των θησαυρών του ιερού από το Γάιο Λικίνιο Βάρο και τους ύστερα από αυτόν Ρωμαίους ύπαρχους, είναι όλα όσα ξέρουμε για τα τελευταία χρόνια του ελληνισμού στη Σ. Στον εμφύλιο πόλεμο (42 π.Χ.) το νησί ανήκει στο στρατόπεδο του Βρούτου και του Κάσιου, ενώ δέκα χρόνια αργότερα δέχεται το στόλο και το στρατό του Αντώνιου και της Κλεοπάτρας. Ο Αύγουστος, που έμεινε δυο χειμώνες στο νησί, παραχώρησε στους κατοίκους το δικαίωμα του Ρωμαίου πολίτη, ο Τιβέριος αναγνώρισε στο Ηραίο δικαίωμα ασυλίας, ο Καλλιγούλας δοκίμασε να αναστηλώσει τα παλάτια του Πολυκράτη, ο Νέρων παραχώρησε αυτονομία, ο Κλαύδιος έχτισε ναό του Διόνυσου και για τον Τραϊανό και τον Αδριανό, όπως και για τους προηγούμενους αυτοκράτορες, στήθηκαν αγάλματα και τιμητικές επιγραφές. Το 267 μ.Χ. η πόλη και το Ηραίο καταστρέφονται από επιδρομή των Ερούλων και το 292 το νησί υπάγεται στην επαρχία των νήσων (provincia insularum) με πρωτεύουσα τη Ρόδο.
Χριστιανική κοινότητα με επικεφαλής επίσκοπο ιδρύεται στη Σ. κατά τον 4o αι. Τον 7o αι. επιθέσεις και λεηλασίες των Σαρακηνών και Τούρκων αναγκάζουν τους Βυζαντινούς να ιδρύσουν το θέμα της Σ., που περιλαμβάνει και την απέναντι μικρασιατική ακτή. Μετά το 10o αι. γίνονται διαδοχικά κύριοι του νησιού, για μικρότερα ή μεγαλύτερα διαστήματα, Βυζαντινοί, Βενετοί, Φράγκοι, Γενουάτες, τον 11o αι. το λεηλατούν Τούρκοι πειρατές, από το 1125 ως το 1157 το κατέχουν οι Βενετοί, το 1312 υποφέρει από τον Τούρκο πειρατή Αϊδήν, το 1363 το καταλαμβάνουν οι Ιουστινιάναι, Γενουάτες που κατείχαν τη Χίο, και το 1475 παραδίνεται στους Τούρκους, ενώ οι Γενουάτες μεταφέρουν τους ελάχιστους κάτοικους, που είχαν απομείνει, στη Χίο και το νησί μένει εντελώς έρημο για εκατό σχεδόν χρόνια.
Το νέο συνοικισμό του νησιού αναλαμβάνει το 1550 ο Τούρκος Κιλίτζ πασάς, δίνοντας προνόμια στους χριστιανούς, που θα δέχονταν να μετοικήσουν εκεί. Από τους πρώτους είναι ο Νικόλαος Σαρακίνης, που χτίζει το σωζόμενο πύργο του στο ευφορότερο μέρος του νησιού. Στους τουρκοβενετικούς πολέμους (1649-1669) το νησί υποφέρει από τις βιαιοπραγίες των Βενετών, στους ρωσοτουρκικούς (1770-1774) περνάει, μαζί με όλα τα νησιά του Αιγαίου, μια περίοδο ρωσικής κατοχής, για να επιστρέψει και πάλι στην τουρκική διοίκηση μετά τη συνθήκη του Κιουτσούκ Καϊναρτζή (1774).
Στις 18 Απριλίου 1821 οι Σάμιοι ύψωσαν την επαναστατική σημαία στο Βαθύ και τη διοίκηση του νησιού αναλαμβάνει ο Λυκούργος Λογοθέτης. Τον επόμενο μήνα κάνουν επιδρομή στις απέναντι ακτές, σε αντίποινα για τουρκικές αγριότητες εναντίον Σαμίων που κατοικούσαν στη Μ. Ασία, τον Ιούλιο αποκρούουν τους Τούρκους που είχαν επιχειρήσει απόβαση στο ακρωτήριο Τζωρτζή (που εξαιτίας της σφαγής των Τούρκων ονομάστηκε από τότε Κάβο -φονιάς) και το Μάρτιο του 1822 επιχειρούν την τραγική εκστρατεία της Χίου. Στις 5 Αυγούστου 1824 ο ελληνικός στόλος καταβάλλει στη ναυμαχία του Γέροντα τον τουρκικό, που έχει επιχειρήσει αποβάσεις στη βόρεια ακτή του νησιού.
Με το πρωτόκολλο του Λονδίνου (22 Ιανουαρίου 1830) η Σ. μένει έξω από τα σύνορα του νέου ελληνικού κράτους. Ο Λογοθέτης οργανώνει και πάλι τον αγώνα, που καταλήγει στην παραχώρηση εσωτερικής αυτονομίας (10 Δεκεμβρίου 1832). Η Σ. γίνεται ηγεμονία, με πρώτο ηγεμόνα το Στέφανο Βογορίδη· τη νομοθετική εξουσία ασκεί η συνέλευση των αντιπροσώπων των Σαμίων και την εκτελεστική ο ηγεμόνας. Για το σουλτάνο ορίζεται ετήσιος φόρος 400 000 γρόσια, θα ακολουθήσουν διάφορα επαναστατικά κινήματα (1849, 1908, 1912) για την ένωση του νησιού με την Ελλάδα και στις 2 Μαρτίου 1913 αποβιβάζεται ελληνικός στρατός στη Σ., η οποία ενώνεται από τότε με την Ελλάδα.
Αρχαιολογία. Η αρχαιολογική έρευνα έχει αποδείξει πως η Σ. καλούνταν ήδη από την τρίτη χιλιετία: υστερονεολιθικά ή υπονεολιθικά λείψανα (γύρω στο 2700 π.Χ.) βρέθηκαν (1928) στο Κάστρο και ένας προϊστορικός οικισμός έχει ανασκαφεί (1925-1927 και 1953-1955) στο Ηραίο, στη θέση του ιερού: Στην τελευταία ανασκαφή διαπιστώθηκαν οχτώ διαδοχικές περίοδοι ζωής (πάνω από το τελευταίο στρώμα βρέθηκαν λείψανα που αποδόθηκαν στους Ίωνες), που καλύπτουν το διάστημα από 2500 ως τα τελευταία υστεροελλαδικά χρόνια (YE III A, B). Βρέθηκαν επίσης οικίες περιβαλλόμενες από τείχος και θαλαμοειδής τάφος. Τέλος, τα τελευταία χρόνια βρέθηκε μυκηναϊκός τάφος και στην περιοχή του χωριού Μύλοι.
Πολύ καλά σχετικά διατηρείται το τείχος της αρχαίας πόλης, του οποίου η περίμετρος φτάνει τα 6220 μ. Η κατασκευή του αποδίδεται κυρίως στον Πολυκράτη, πιθανότατα όμως υπάρχει και μια παλιότερη φάση. Μεγάλα τμήματα είχαν καταστραφεί όταν κατάκτησε τη Σ. ο Περικλής, ξαναχτίστηκαν όμως σύντομα, πριν τελειώσει ο Πελοποννησιακός πόλεμος. Μια ριζική ανανέωση έγινε ακόμα στη δεύτερη πενηνταετία του 2ου αι. π.Χ. Το τείχος περικλείει το λόφο της Σπηλιανής και το Καστέλλι, μια μεγάλη επίπεδη επιφάνεια προς τη θάλασσα, το λόφο του Κάστρου του Λογοθέτη και το λιμάνι. Την οχύρωση ενισχύουν 35 πύργοι και η λαξευμένη στο βράχο μπροστά στη δυτική όψη του τάφρος, ενώ η επικοινωνία με το ύπαιθρο γινόταν με 12 πύλες. Ιδιαίτερα οχυρωμένος ήταν ο λόφος Καστέλλι και τα ψηλότερα μέρη του λόφου της Σπηλιανής (Άμπελος, 237 μ.). Στο Καστέλλι, όπου τοποθετείται η αρχαία Αστυπάλαια, βρισκόταν, κατά μία άποψη, η ακρόπολη του Πολυκράτη. Πολλοί ιστορικοί τοποθετούν εκεί και το παλάτι του τύραννου, που θέλησε να αναστηλώσει ο Καλιγούλας, ενώ άλλοι πιστεύουν πως αυτό βρισκόταν στο λόφο του Κάστρου, όπου έχουν αποκαλυφτεί τα λείψανα μεγάλης έπαυλης ελληνιστικών και ρωμαϊκών χρόνων.
Η πόλη, ακόμα και στα χρόνια της μεγαλύτερης ακμής της (υπολογίζεται πως γύρω στο 440 π.Χ. ο πληθυσμός της πρέπει να έφτανε τις 60.000) δεν κατελάμβανε ολόκληρο το χώρο που περιέκλειαν τα τείχη, αλλά μόνο τα χαμηλότερα επίπεδα τμήματα προς τη θάλασσα και ως το μέσο του ύψους του λόφου της Σπηλιανής. Η λεκάνη του αρχαίου λιμανιού ήταν πολύ ευρύτερη από τη σημερινή: τα όριά του τα καθορίζει ένα κρηπίδωμα που περιβάλλει το χώρο του σημερινού, 100-150 μ. ψηλότερα από τη σημερινή προκυμαία και η επιφάνεια του έφτανε τα 66 000 τ.μ (το σημερινό έχει 36. 000 τ.μ.). Ένας μεγάλος μόλος (230 μ.), στον οποίο κατάληγε το ανατολικό τείχος, προστάτευε το λιμάνι από τα ανατολικά και ένας μικρότερος απέναντι έκλεινε τη δυτική πλευρά. Πίσω από το δεύτερο αυτό μόλο ξεκινούσε «το εν θαλάσση χώμα» που αναφέρει ο Ηρόδοτος, ένας μόλος μήκους 360 μ. και με βάθος 20 οργιές, εκπληκτικό για την εποχή του (δεύτερη πενηνταετία 6ου αι. π.Χ.) τεχνικό έργο, που προστάτευε, μαζί με τον Κάβο - φονιά, το λιμάνι από τους βόρειους και νοτιοδυτικούς άνεμους. Πάνω στους παλιούς μόλους στηρίχθηκαν οι νέοι, που κατασκευάστηκαν μεταξύ 1842-1862, κι έτσι το λιμάνι διατηρεί την αρχαία μορφή του. Ο Ηρόδοτος, που είχε επισκεφτεί τη Σ. γύρω στο 460 π.Χ., αναφέρει πως τα τρία μεγαλύτερα τεχνικά έργα του ελληνικού κόσμου ήταν ο μεγάλος μόλος του λιμανιού μαζί με το Ηραίο, ο μεγάλος ναός της Ήρας και το Ευπαλίνειο υδραγωγείο.
Το ευπαλίνειο έργο του μηχανικού από τα Μέγαρα Ευπαλίνου, έγινε για να φέρει από την περιοχή Αγιάδων στην πόλη το νερό της «μεγάλης πηγής», από το οποίο υδρεύεται και σήμερα. Η πηγή καλύπτεται από μια δεξαμενή σχήματος ορθογώνιου τριγώνου, της οποίας η στέγη στηρίζεται σε 15 πώρινους κίονες ύψους 1,70 μ. Πάνω της είναι χτισμένη σήμερα μια δίδυμη εκκλησιά. Στην αρχαιότητα φυσικά η δεξαμενή ήταν χωστή, για να προστατεύεται σε περιπτώσεις πολιορκίας. Από τη δεξαμενή αυτή το νερό μεταφερόταν σε σωλήνες, μέσα από υπόγειο χτιστό αγωγό, ως τους βόρειους πρόποδες του λόφου της Σπηλιανής (μήκος 843 μ.)· από εκεί αρχίζει το σημαντικότερο τμήμα του έργου, το «αμφίστομον όρυγμα», όπως το αποκαλεί ο Ηρόδοτος, μια σήραγγα ύψους 1,75 μ., πλάτους 2,30 - 2,40 μ. και μήκους 1045 μ., λαξευμένη σε βάθος 80 μ. από την κορυφή του λόφου, τον οποίο διασχίζει από Β προς Ν, για να φέρει το νερό στην πόλη χωρίς να παρακάμψει το λόφο και να περάσει έξω από τα τείχη. Μέσα στη σήραγγα, υπάρχει λαξευμένο στο βράχο σε βάθος κυμαινόμενο από 2,30 μ. στα Β έως 8,25 μ. στα Ν, ένα δεύτερο αυλάκι πλ. 0,60 μ., από το οποίο περνούν οι σωλήνες που έφερναν το νερό. Η παράδοση που αναφέρει πως για την κατασκευή του έργου εργάστηκαν Λέσβιοι αιχμάλωτοι δε φαίνεται να ευσταθεί- οι νεώτερες έρευνες οδηγούν στο συμπέρασμα ότι εργάστηκαν δύο ολιγοπρόσωπα μάλλον συνεργεία από έμπειρους τεχνίτες. Η διάνοιξη είχε αρχίσει συγχρόνως και στα δύο άκρα της σήραγγας, από λάθος στους υπολογισμούς όμως παρουσιάστηκε απόκλιση 5 μ. στο σημείο συνάντησης, που διορθώθηκε με νέες εκσκαφές. Στην κρήνη της αγοράς το νερό έφτανε με έναν άλλο χτιστό αγωγό. Το υδραγωγείο έμεινε σε χρήση επί χίλια περίπου χρόνια. Κατόπιν έφραξε με τα χώματα και ξαναβρέθηκε το 1881. Στα ρωμαϊκά χρόνια κατασκευάστηκε δεύτερο υδραγωγείο, που σώζεται σε πολλά μέρη, το οποίο έφερε στην πόλη νερό από την πλούσια πηγή κοντά στους Μύλους (απόσταση 8 χλμ.).
Η αγορά, όπου κατάληγε ο αγωγός του υδραγωγείου, βρισκόταν στην περιοχή του λιμανιού. Κοντά βρισκόταν το βουλευτήριο και ο ανδρών. Αναφέρονται ακόμα ένα αρχείο, όπου φυλάσσονταν τα ψηφίσματα της πόλης αγορανόμιον, γεροντική παλαίστρα και δύο γυμνάσια. Μια δεύτερη αγορά ίσως υπήρχε στο χώρο κάτω από τη Σπηλιανή, όπου βρέθηκε η περίφημη στήλη με το νόμο των σιτηρών και οι σπόνδυλοι τιμητικής στήλης. Κάτω από το χώρο των αρχαίων λατομείων, σε θαυμάσια θέση, όπου η μονή της Παναγίας Σπηλιανής, βρίσκεται το θέατρο, από το οποίο σώζονται λίγα λείψανα, κυρίως της ρωμαϊκής εποχής. Χαμηλότερα από το θέατρο υπάρχει μια μεγάλη ρωμαϊκή δεξαμενή. Τρεις πεσσοί ύψους 6 μ., που σώζονται στη θέση Τρία Δόντια, μαζί με τέσσερις άλλους, που σήμερα έχουν καταστραφεί στήριζαν θολωτή ρωμαϊκή στοά, που αργότερα χρησιμοποιήθηκε στην παλαιοχριστιανική βασιλική, η οποία πήρε τη θέση της στοάς. Λίγο πιο κάτω έχουν ανασκαφεί λείψανα από μεγάλες ρωμαϊκές θέρμες, ενώ κάτω από το θέατρο σώζονται τα λείψανα μεγάλης ρωμαϊκής έπαυλης με μωσαϊκά δάπεδα.
Σε διάφορα σημεία της πόλης οι ανασκαφές αποκαλύπτουν άλλα σημαντικά λείψανα. Πάνω στο λόφο του Κάστρου, όπου δεσπόζουν τα λείψανα του Κάστρου του Παπλωματά (Λυκούργου Λογοθέτη) και η εκκλησία της Μεταμόρφωσης, βρέθηκαν λείψανα βασιλικής εγκατάστασης των αρχών 2ου αι. π.Χ., που επισκευάστηκε στα πρώτα ρωμαϊκά χρόνια (εδώ θα πρέπει να έμειναν οι Ρωμαίοι αυτοκράτορες που επισκέφτηκαν το νησί).
Η γραπτή παράδοση αναφέρει ακόμα τη Λαύρα, χώρο όπου ο Πολυκράτης είχε συγκεντρώσει τα «Σαμίων άνθη», τις ωραιότερες γυναίκες του νησιού· γυμνάσιο έξω από την πόλη αφιερωμένο στον Έρωτα, όπου γίνονταν αγώνες, τα ελευθέρια· βωμός και τέμενος ελευθέριου Δία και ναός της Αφροδίτης. Αναφέρεται επίσης, εκτός από τη λατρεία της Ήρας της Ιμβρασίας, λατρεία Διονύσου Κεχηνότος και Ενόρχη, Χαριτοδότου Ερμή, Ποσειδώνα (στο ακρωτήριο Ποσεΐδιον, απέναντι από τη Μυκάλη), ενώ από την αθηναϊκή κατοχή σώζονται επιγραφές για λατρεία «Αθηνάς Αθηνών μεδεούσης», Απόλλωνα, Νυμφών, Άρτεμης και άλλων καθαρά αθηναϊκών ηρώων.
Δυτικά της πόλης, προς το Ηραίο, ήταν το Προάστιο, από όπου περνούσε η ιερά οδός, μήκους 5 χλμ., που οδηγούσε στο επίσημο ιερό της Σ. και ήταν κοσμημένη στις δυο πλευρές της με αγάλματα και αναθήματα. Εδώ ήταν και το μνημείο για τους δύο άτυχους ερωτευμένους, το Λεώτυχο και τη Ραδίνη, όπου οι νέοι κατέθεταν αφιερώματα. Στην ίδια περιοχή βρισκόταν και το δυτικό νεκροταφείο της πόλης, όπου βρέθηκαν πολλοί τάφοι και οι περίφημες ανθεμωτές στήλες της Σ (σήμερα στο Μουσείο Πυθαγόρειου). Μια δεύτερη νεκρόπολη βρισκόταν στην κοιλάδα ανάμεσα στην Αστυπάλαια (Καστέλλι) και στο βουνό της Σπηλιανής. Λείψανα πύργου της ελληνιστικής εποχής και παλαιοχριστιανικής βασιλικής σώζονται σε ύψωμα δεξιά στο δρόμο για το Βαθύ και λείψανα κάστρου στο ύψωμα του Αι - Λαζάρου, απέναντι στην κορυφή του Προφήτη Ηλία. Από φιλολογικές πηγές είναι επίσης γνωστά τα ονόματα μερικών άλλων θέσεων της Σ.: Κλαμαδός (ίσως κοντά στους σημερινούς Μύλους), Γόργυρα ή Γοργύρα, όπου- υπήρχε ιερό του Διονύσου Γοργυρέα, Ταυροπόλιον, Πάναιμον κ.ά.
Ηραίο. Το επίσημο ιερό της Σ., όπου κατά την παράδοση γεννήθηκε και μεγάλωσε η νέα θεά και έγινε ο ιερός γάμος της με το Δία. Βρίσκεται σε απόσταση 5 χλμ. από την πόλη, στην ανατολική όχθη του Ίμβρασου, μέσα στα έλη και κοντά στη θάλασσα, και οι αρχαίοι (Ηρόδοτος) απόδιναν την ίδρυσή του στους Λέλεγες και στις Νύμφες. Εδώ, μέσα στα έλη, βρέθηκε η πανάρχαια εικόνα (ξόανο) της θεάς, που είχε δει στο ιερό ο Παυσανίας. Στη θέση του ιερού βρέθηκαν λείψανα από μια πρώτη εγκατάσταση των μέσων της 3ης π.Χ. χιλιετίας. Νέα ζωή διαπιστώνεται στο χώρο πολύ μετά την καταστροφή του πρώτου οικισμού, γύρω στο 1500 π.Χ. : ίχνη μιας πρώτης μορφής λατρείας, ένα ιερό δέντρο, η κατοπινή λυγαριά, στη μέση μιας μικρής πλατείας. Αργότερα ο οικισμός καταστρέφεται, μένει όμως η ανάμνηση της λατρείας. Με τους νέους κατοίκους, τους Ίωνες, που φτάνουν λίγο πριν από την αρχή της τελευταίας προχριστιανικής χιλιετίας, τη θέση της παλιάς μεγάλης θεάς της φύσης παίρνει η Ήρα. Τα παλιότερα (9ος-8ος αι. π.Χ.) αρχιτεκτονικά λείψανα σχετικά με τη λατρεία της είναι μια πλακοστρωμένη πλατεία, στρώμα στάχτης και κόκαλα ζώων, δηλαδή η θέση του γεωμετρικού βωμού και ένας ναΐσκος για την προστασία του πρωτόγονου ξόανου της θεάς. Πραγματικός ναός, ο Εκατόμπεδος (μήκος 100 πόδια· διαστάσεις 32,86 x 6,50 μ.) με μια μονή σειρά κίονες στο εσωτερικό του χτίζεται στις αρχές του 8ου αι. π.Χ. Στις αρχές του 7ου αι. π.Χ. τον περιβάλλουν με μια ξύλινη κιονοστοιχία και στα μέσα του ίδιου αιώνα, ύστερα από κάποια καταστροφή, χτίζεται στη θέση του παλιού νέο Εκατόμπεδο, με διπλή σειρά κιόνων στην πρόσοψη. Λίγο αργότερα χτίζεται η νότια στοά, με λεπτούς ξύλινους κίονες σε πέτρινη βάση και στις αρχές του 6ου αι. π.Χ. ο μεγάλος ναός του Ερμή και της Αφροδίτης. Είναι η εποχή της μεγάλης ακμής του ιερού: το στολίζουν αφιερώματα από τη Συρία, την Αίγυπτο, την Κύπρο και από κάθε γωνία ελληνικής γης. Ν του μεγάλου βωμού σώζεται ακόμα μια σειρά από πέτρινες βάσεις, όπου στηριζόταν το πλοίο που ο θαλασσοπόρος Κωλαίος είχε αφιερώσει στη θεά μαζί με μεγάλο χάλκινο λέβητα. Αυτής της περιόδου είναι επίσης πλούσια ευρήματα από χαλκό, ελεφαντόδοντο και φαγεντιανή, πήλινα αγγεία που φυλάσσονται στο μουσείο στο Βαθύ. Μεταξύ αυτών είναι η μικρή ελεφαντοστέινη μετόπη με παράσταση του Περσέα που σκοτώνει τη Μέδουσα (αρχές 6ου αι. π.Χ.), ο θαυμάσιος μικρός ελεφάντινος γονατιστός κούρος, ο χαμένος σήμερα ιερός γάμος της Ήρας με τον πατέρα των θεών, τα περίφημα ξύλινα ειδώλια και αντικείμενα που βρέθηκαν τελευταία και σειρά από χάλκινα κεφάλια γρύπα. Από το Ηραίο προέρχονται επίσης όλα τα αγάλματα κούρων και γυναικών, που μας δίνουν όσα στοιχεία αποτελούν τα χαρακτηριστικά της λεγόμενης σχολής της Σάμου για τη γλυπτική.
Το 570 π.Χ. άρχισε η ανέγερση του μεγάλου ναού από τους Σαμιώτες καλλιτέχνες Ροίκο και Θεόδωρο, σε χώρο που δημιουργήθηκε με τη μετατόπιση του ποταμού Ίμβρασου στα Δ. Ο ναός ήταν δίπτερος (με δύο σειρές κολόνες, συνολικά 132) και τόσο μεγάλη ήταν η εντύπωση που δημιουργούσε ώστε οι Έλληνες τον ονόμασαν Λαβύρινθο. Είκοσι χρόνια όμως μετά το χτίσιμό του κάηκε και τα λείψανά του χτίστηκαν στα θεμέλια του νεώτερου ναού: αυτά είναι και τα μόνα σήμερα γνωστά στοιχεία για το μνημείο. Το 530 π.Χ. άρχισε η κατασκευή του νέου ναού του Πολυκράτη, του μεγαλύτερου, κατά τον Ηρόδοτο, κτιρίου που είχε κατασκευαστεί ως την εποχή αυτή στον ελληνικό χώρο. Με τη σταύρωση όμως του Πολυκράτη στη Μυκάλη, τους περσικούς πολέμους και την αθηναϊκή ηγεμονία ο ναός δεν τελείωσε ποτέ· οι εργασίες συνεχίζονταν ακόμα στους ελληνιστικούς χρόνους και στην εποχή αυτή ανήκουν η νότια κιονοστοιχία και η μοναδική κολόνα που σώζεται μέχρι σήμερα στη θέση της. Οι εργασίες συνεχίστηκαν ως τον πρώτο αι., αλλά ο σηκός του ναού δε στεγάστηκε ποτέ. Συγχρόνως με το ναό χτίστηκε και ο Μεγάλος Βωμός στη θέση του αρχικού, που είχε ανανεωθεί επτά φορές ως τότε και στην τελική του μορφή ήταν ένα μεγάλο ορθογώνιο ύψους 3 μ. Στον 7o αι. έγιναν ιερές δεξαμενές και ιερά του Ερμή και της Αφροδίτης καθώς και η μεγάλη (70 μ.) ιωνική βόρεια στοά. Κατά καιρούς έγιναν ακόμα πλήθος αφιερώματα, αγάλματα και μικροί ναοί. Στο 2o μ.Χ. αι. κατασκευάστηκε μια μεγάλη πομπική κλίμακα στην πρόσοψη του ναού, αλλά μάλλον για τις ανάγκες του ρωμαϊκού ναού που είχε χτιστεί τότε. Στα ίδια χρόνια αναστηλώθηκε με μάρμαρο και ο παλιός βωμός. Με τον καιρό δημιουργούνται στο χώρο του ιερού ένας συνοικισμός (2ος μ.Χ. αι.) και στον 3o αι. πλακοστρώνεται η Ιερά Οδός- την ίδια εποχή ο χώρος λεηλατείται και καταστρέφεται. Δυο αιώνες αργότερα, στη θέση του ιερού θα ανεγείρει δικό της ναό η νέα θρησκεία.
Χριστιανικοί χρόνοι: Τα πρώτα χριστιανικά μνημεία ιδρύθηκαν στη Σ. τον 5o αι. στο χώρο του Ηραίου, μια τρίκλιτη βασιλική με διάφορα προσκτίσματα. Άλλες βασιλικές υπήρχαν στο Πυθαγόρειον, στο σημερινό νεκροταφείο, στη θέση Γλυφάδα (σώζεται και τμήμα του ψηφιδωτού δαπέδου) στα Δόντια Πυθαγόρειου, στο Κέντρο όπου σώζεται η σταυροειδής κολυμβήθρα του βαπτιστηρίου κ.ά. Από τότε μεσολαβεί ένα κενό δέκα περίπου αιώνων, διακοπτόμενο από δυο - τρεις εκκλησίες, που θα πρέπει να χρονολογηθούν στη βυζαντινή εποχή, μια μισοερειπωμένη στο Ποτάμι Καρλοβασίου, τα θεμέλια μιας άλλης στο Κάστρο του Ποταμιού Καρλοβασίου και η σωζόμενη ακέραιη στην ίδια περιοχή εκκλησία της Μεταμόρφωσης, κάτω από τα σημερινά ασβεστώματα της οποίας πιθανότατα σώζονται τοιχογραφίες. Αγιολογικές φιλολογικές πηγές αναφέρουν την ίδρυση μονών κατά τη μέση βυζαντινή περίοδο, κυρίως από τον Όσιο Παύλο το Λατρινό. Σύμφω-να με τοπικές παραδόσεις στα παλιότερα μοναστήρια περιλαμβάνονται η Μακρινή και ο Άγιος Χαράλαμπος. Αρκετά μνημεία θα δημιουργηθούν μετά την εκατονταετία της ερήμωσης ο πύργος και η εκκλησία του Σαρακίνη (1577), η μονή Βρολά (1566), η της Μεγάλης Παναγίας (1586), καταγραφή από ωραίες τοιχογραφίες του 16ου αι., με ωραιότατες ξυλόγλυπτες θύρες και με ενδιαφέρουσες μεταβυζαντινές εικόνες, του Τίμιου Σταυρού, του Προφήτη Ηλία, της Αγίας Ζώνης, της Αγίας Τριάδας (όλες του Που - 18ου αι.) κ.ά.
Από τα μη εκκλησιαστικά μνημεία ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει ο λεγόμενος πύργος του Λογοθέτη, διώροφο κτίσμα με οχυρωματική διάταξη στο λόφο Α του Πυθαγόρειου, πάνω στα ερείπια παλιότερου κάστρου. Στο Βαθύ σώζονται επίσης ενδιαφέροντα κτίρια της περιόδου της ηγεμονίας.
Τέχνη. Από το 10o ως τον 6o αι. π.Χ. η Σ. ήταν ένα από τα κύρια κέντρα της ελληνικής τέχνης. Μια εικόνα της αναφερόμενης συχνά σε αρχαίες πηγές σχολής της Σάμου, αλλά και του πλούτου του Ηραίου στα χρόνια της μεγάλης ακμής και της συνέχειας της καλλιτεχνικής παράδοσης στο διάστημα αυτών των αιώνων, δίνουν τα ευρήματα του Ηραίου: μνημειακά έργα και αφιερώματα στη θεά, όπως και μικρότερα έργα σε ξύλο, ελεφαντόδοντο, χαλκό και πηλό, που βρίσκονται στο Μουσείο της Σάμου. Ο Ροίκος και ο Θεόδωρος εξάλλου συνδέονται με την εφεύρεση της τεχνικής της τερακότας και την τελειοποίηση της τορευτικής. Από τα πρωιμότερα έργα μνημειακής πλαστικής είναι τα λείψανα ενός δαιδαλικού αγάλματος της Ήρας σε μέγεθος λίγο μεγαλύτερο από το φυσικό. Από τα σωζόμενα λείψανα μπορεί να αναπαρασταθεί μια δεκάδα από κολοσσικούς κούρους, που στόλιζαν το ιερό. Το άγαλμα της Ήρας του Χηραμύη του 570 - 560 π.Χ (σήμερα στο Λούβρο) θεωρείται από τα αριστουργήματα της σαμιακής τέχνης. Της ίδιας περίπου εποχής πρέπει να είναι και ο κούρος που ανάθεσε στον Απόλλωνα ο Λεύκιος και λίγο μεταγενέστερος ο κούρος από το Μισόκαμπο (και τα δύο στο Μουσείο Σάμου). Γύρω στα μέσα του 6ου αι. π.Χ. στήθηκε στο Ηραίο μια σειρά από έξι αγάλματα, έργα του γλύπτη Γενέλεω, από τα οποία τρία σώζονται στην παλιά τους βάση στο Μουσείο της Σάμου και ένα στο Μουσείο του Βερολίνου. Προς το τελευταίο τέταρτο του 6ου αι. π.Χ. κατασκευάστηκε η καθιστή μορφή που ο Αιάκης, ο πατέρας του Πολυκράτη, αφιέρωσε στην Ήρα. Στο δυτικό νεκροταφείο βρέθηκε μια θαυμάσια σειρά από κομψότατες στήλες διακοσμημένες με ανάγλυφα και ζωγραφιστά ανθέμια.
Ο χαρακτήρας της σαμιακής τέχνης είναι ανατολικός, διαφορετικός όμως από του απέναντι ιωνικού κόσμου, με κύρια χαρακτηριστικά την πλούσια σάρκα στα γυμνά και τη μαλακή μετάβαση από τη μια επιφάνεια στην άλλη. Τα μουσεία της Σ. δίνουν οπωσδήποτε σήμερα μια ολοκληρωμένη εικόνα της ιωνικής τέχνης. Στην καμπή προς τον 5o αι. π.Χ. ανήκει ένα άγαλμα νέου του Μουσείου της Σάμου, ενώ ένας έφηβος στο Ηραίο, από την εποχή του Κρίτιου, είναι από τα πρωιμότερα έργα της νέας εποχής με τις αντιθετικές κινήσεις. Το τελευταίο γνωστό όνομα μεγάλου γλύπτη από τη Σ. είναι του Πυθαγόρα, των πρώτων δεκαετιών του 5ου αι. π.Χ. Από τα ελληνιστικά χρόνια σώζεται μια σειρά αγάλματα, που παριστάνουν μούσες και πολλά ανάγλυφα με παράσταση νεκρόδειπνου.
Γονατιστός κούρος από ελεφαντόδοντο: αποτελούσε ένα από τους δύο βραχίονες κιθάρας (Μουσείο Σάμου).
Η Ήρα γεννήθηκε στη Σάμο, όπου και έγινε ο γάμος της με το Δία, που εικονίζεται στο ξυλόγλυπτο αυτό, εύρημα από το Ηραίο.
Από τις κορυφαίες δημιουργίες του σαμιακού εργαστηρίου ήταν ένα σύνολο έξι αγαλμάτων του γλύπτη Γενέλεω που στήθηκε στο Ηραίο γύρω στα μέσα του 6ου αι. π.Χ Τα δύο έχουν χαθεί, ένα βρίσκεται στο Μουσείο του Βερολίνου και από τα υπόλοιπα τρία, τα εικονιζόμενα εδώ, σωζόμενα τμήματα εκτίθενται στο Μουσείο της Σάμου.
Οι δυνατοί άνεμοι επιτρέπουν την αξιοποίηση της αιολικής ενέργειας (φωτ. Κοντού-Αϊβαλή).
Το Ευπαλίνειο υδραγωγείο είναι από τα μεγαλύτερα και αξιολογότερα τεχνικά έργα της ελληνικής αρχαιότητας: εδώ, φαίνεται το εσωτερικό του «αμφίστομου ορύγματος». Η διάνοιξη της στοάς (πλάτος 2,30 - 2,40 μ., ύψος 1,75 μ., μήκος 1.045 μ.), άρχισε ταυτόχρονα και στις δύο πλευρές του βουνού.
Η παραλία Τσαμαδού.
Επιτύμβια ανθεμωτή στήλη του Διαγόρα (της δεύτερης πενηνταετίας τον 6ου αι. π.Χ.). Οι στήλες αυτές, που βρέθηκαν στο νησί, αποτελούν θαυμάσιες δημιουργίες της σαμιακής πλαστικής.
Τοπογραφικό διάγραμμα. Από την αρχική απλή μορφή της λατρείας του ιερού δέντρου, της λυγαριάς, που βρισκόταν στη θέση μιας μικρής πλακοστρωμένης πλατείας, αναπτύχθηκε το περίφημο ιερό με τις στοές, τους ναούς και τα πλούσια αναθήματα. Τον αρχικό εκατόμπεδο ναό της θεάς διαδέχτηκε στα μέσα του 7ου αι. π.Χ. δεύτερος· αργότερα στη θέση του χτίστηκε ο μεγάλος πώρινος ναός του Ροίκου, ο οποίος με τη σειρά του έδωσε τη θέση του στο νεώτερο ναό του Πολυκράτη, το μεγαλύτερο, κατά τον Ηρόδοτο, ελληνικό ναό, τα λείψανα του οποίου διακρίνονται στη φωτογραφία πάνω. Οι εργασίες για την κατασκευή του ναού αυτού συνεχίστηκαν επί πέντε περίπου αιώνες. Στα θεμέλια του βρέθηκαν αρχιτεκτονικά μέλη από τον παλιότερο πώρινο ναό που έχτισε ο Ροίκος.
Η σημερινή άποψη του Ηραίου.
Το κάστρο του Λογοθέτη στο Πυθαγόρειο της Σάμου (φωτ. ΑΠΕ).
Φωτογραφία από τον παραλιακό δρόμο στο Πυθαγόρειο της Σάμου.
Φωτογραφία από το Καρλόβασι της Σάμου (φωτ. ΑΠΕ).
Ο πύργος του Σαρακίνη (1550) στην περιοχή Μώλων (φωτ. Κοντού-Αϊβαλή).
Το γραφικό λιμάνι του Πυθαγόρειου γεμάτο τουριστικά γιοτ και ψαροκάικα (φωτ. Κοντού-Αϊβαλή).
Το Πάνω Βαθύ, ένας από τους γραφικότερους οικισμούς του νομού.
Η περιοχή του Ποσειδωνίου στη Σάμο (φωτ. ΑΠΕ).

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Нужно решить контрольную?

Look at other dictionaries:

  • Σάμος — a height. fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σάμος — Sp Sãmas Ap Σάμος/Samos L s. ir mst. P. Sporadų ss.; Graikijos nomas …   Pasaulio vietovardžiai. Internetinė duomenų bazė

  • σαμίων — Σάμος a height. fem gen pl Σάμος a height. masc/neut gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σάμιον — Σάμος a height. masc acc sg Σάμος a height. neut nom/voc/acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Σάμω — Σάμος a height. fem nom/voc/acc dual Σάμος a height. fem gen sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • επίκουρος — (Σάμος ή Αθήνα 341 π.Χ. – Αθήνα 270 π.Χ.). Φιλόσοφος. Παρακολούθησε τη διδασκαλία του πλατωνικού Παμφίλου, του Ξενοκράτη, του περιπατητικού Πραξιφάνη, ύστερα του Ναυσιφάνη, μαθητή του Δημόκριτου, και του Πύρρωνα, κάθε φορά ανάλογα με τον τόπο… …   Dictionary of Greek

  • μελισσός — (Σάμος, 5ος αι. π.Χ.). Φιλόσοφος. Το μοναδικό επεισόδιο του ιδιωτικού του βίου που είναι γνωστό υπήρξε η διοίκηση του σαμιακού στόλου σε μία νικηφόρα ναυμαχία εναντίον των Αθηναίων το 441 π.Χ. Εικάζεται ότι ήταν μαθητής του Παρμενίδη και υπήρξε… …   Dictionary of Greek

  • Θέμελης, Γεώργιος — (Σάμος 1910 – 1976). Ποιητής και δοκιμιογράφος. Σπούδασε φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και δίδαξε σε πολλά γυμνάσια έως το 1950, οπότε αποχώρησε ως συνταξιούχος. Συνέχισε να διδάσκει στην ιδιωτική εκπαίδευση, εγκατεστημένος στη Θεσσαλονίκη,… …   Dictionary of Greek

  • σαμίαις — Σάμος a height. fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σαμίη — Σάμος a height. fem nom/voc sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”